αιτίαμα

αἰτίαμα, το (AM) [αἰτιῶμαι]
κατηγορία, απόδοση ενοχής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰτίαμα — αἰτίᾱμα , αἰτίαμα charge neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιτιώμαι — ( άομαι) (Α αἰτιῶμαι) (αποθ.) θεωρώ κάποιον υπεύθυνο, τού καταλογίζω ευθύνη, μέμφομαι, κατηγορώ αρχ. 1. προσάπτω σε κάποιον την ενοχή για κάτι, τόν ενοχοποιώ 2. (με καλή σημ.) αναγνωρίζω σε κάποιον καλή πρόθεση ή ιδιότητα, τόν τιμώ, τόν… …   Dictionary of Greek

  • αἰτιαμάτων — αἰτιᾱμάτων , αἰτίαμα charge neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάμασι — αἰτιά̱μασι , αἰτίαμα charge neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάμασιν — αἰτιά̱μασιν , αἰτίαμα charge neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάματα — αἰτιά̱ματα , αἰτίαμα charge neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάματι — αἰτιά̱ματι , αἰτίαμα charge neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάματος — αἰτιά̱ματος , αἰτίαμα charge neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.